Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Η Γροιλανδία ως σύμπτωμα:  ΗΠΑ, Ευρώπη και η νέα ιεραρχία ισχύος


Τα γεγονότα του Νταβός σχετικά με τη Γροιλανδία αποτελούν πράξη γεωπολιτικής ισχύος, που πρέπει να αναλυθεί με όρους πολιτικής οικονομίας και ιμπεριαλιστικής ιεραρχίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατύπωσαν ανοιχτά αξίωση ελέγχου και ενδεχόμενης απόκτησης εδάφους ευρωπαϊκού κράτους. Δεν υπήρξε διαπραγμάτευση, θεσμική διαμεσολάβηση η επίκληση διεθνούς νομιμότητας. Η απειλή στρατιωτικής επέμβασης ήταν ρητή. 

Η Γροιλανδία είναι στρατηγικός κόμβος σε έναν κόσμο όπου η ισχύς ασκείται μέσω ελέγχου κρίσιμων εδαφών, διαδρόμων, υποδομών, ενεργειακών και στρατιωτικών δυνατοτήτων. Το ότι ανήκει τυπικά στη Δανία – κράτος μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ – δεν λειτούργησε ούτε ως εμπόδιο ούτε ως αντικείμενο διαβούλευσης. Η αντίδραση της Ευρώπης ήταν πολιτικά ασήμαντη όχι επειδή αιφνιδιάστηκε, αλλά επειδή δεν διέθετε τρόπο αντίδρασης.

Δεν έχουμε εδώ επιστροφή στον αποικιακό ιμπεριαλισμό του 19ου αιώνα. Οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται κυρίως για τον στρατηγικό έλεγχο κρίσιμων γεωγραφικών σημείων και οικονομικών πόρων. Η αποικιοποίηση ή η προσάρτηση εδαφών είναι δευτερεύοντα ζητήματα.


Ιμπεριαλιστική ισχύς χωρίς ηγεμονική διαμεσολάβηση

Αυτή η μορφή ιμπεριαλιστικής εξουσίας είναι απολύτως συμβατή με τον σύγχρονο καπιταλισμό. Η παγκόσμια ισχύς ασκείται μέσα από τη σύνδεση παραγωγής, χρήματος, χρηματοπιστωτικών μηχανισμών, και διεθνών υποδομών. Το δολάριο, οι αγορές ρευστότητας, τα συστήματα πληρωμών, οι νομικοί μηχανισμοί επιβολής, τα δίκτυα ασφαλείας, αποτελούν κρίσιμους κόμβους. Όποιος τους ελέγχει μπορεί να επιβάλλει προσαρμογή χωρίς κατοχή. Όποιος δεν τους ελέγχει προσαρμόζεται. 

Ο ιμπεριαλισμός σήμερα λειτουργεί μέσω ελέγχου ρευστότητας, πληρωμών, και δικαιοδοσίας, πάντα με στρατιωτική στήριξη. Ο όρος που πιστά αποδίδει την πραγματικότητα είναι ιμπεριαλισμός των εταιρικών ισολογισμών. 

Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να κατέχουν τον πυρήνα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος και να ελέγχουν κρίσιμους μηχανισμούς ρευστότητας, πληρωμών, πιστώσεων και στρατιωτικής ασφάλειας. Έχουν το δολάριο και το F-35. Όμως η παραγωγική τους υπεροχή έχει διαβρωθεί, παρά το γεγονός ότι σημαντικά τμήματα των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας συνεχίζουν να οργανώνονται από αμερικανικές πολυεθνικές εταιρείες. 

Η παραγωγική και εμπορική άνοδος της Κίνας έχει καταστήσει το κόστος της αμερικανικής ηγεμονίας δυσανάλογο. Το μόνιμο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και το τεράστιο δημόσιο χρέος των ΗΠΑ είναι αδιάψευστοι μάρτυρες. Στο Νταβός ο Τραμπ έκανε κάτι που οι προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις απέφευγαν, δηλαδή είπε φωναχτά ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν – και δεν σκοπεύουν – να επωμιστούν πλέον το κόστος της ηγεμονίας, όπως το έκαναν μέχρι την προηγούμενη δεκαετία. 

Σε αυτές τις συνθήκες, η άσκηση ισχύος γίνεται πιο άμεση, πιο επιλεκτική και λιγότερο «ηγεμονική» με την κλασική έννοια. Δεν απαιτείται συναίνεση συμμάχων, ούτε διαχείριση ισορροπιών εντός θεσμών. Ο παγκόσμιος ηγεμόνας έχει μετατραπεί απλώς στον μεγαλύτερο και πιο επιθετικό παίκτη. Η Γροιλανδία εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη λογική. Η ίδια λογική διαφαίνεται και σε όσα τώρα συμβαίνουν στο Ιράν, χωρίς να απαιτείται εδώ περαιτέρω ανάλυση.


Ευρωπαϊκή δομική αδυναμία

Σε αυτό το επίπεδο η Ευρώπη είναι ασθενέστατη. Δεν εκδίδει παγκόσμιο χρήμα, δεν ελέγχει διεθνή ρευστότητα, δεν διαθέτει ενιαία χρηματοπιστωτική ή στρατιωτική αρχιτεκτονική. Η παρουσία της στις τεχνολογίες αιχμής είναι δευτερεύουσα στην καλύτερη περίπτωση. Οι μεγάλες της επιχειρήσεις και τράπεζες παραμένουν ενταγμένες σε δολαριακά κυκλώματα και εξαρτημένες από αμερικανικές υποδομές.

Αυτή η δομική θέση εξηγεί τη συμπεριφορά των ευρωπαϊκών ελίτ πολύ καλύτερα από κάθε ψυχολογική ερμηνεία, ή την καταφανή μετριότητα των ευρωπαϊκών πολιτικών ηγεσιών. Οι κυρίαρχες δυνάμεις, δηλαδή ΗΠΑ, Κίνα και Ρωσία, συνομιλούν μεταξύ τους. Η διαπραγμάτευση, ο εκβιασμός, οι προσωρινοί συμβιβασμοί είναι τα κλασικά εργαλεία γεωπολιτικής ισχύος. Η Ευρώπη, αντίθετα, καταγγέλλει σε υψηλούς τόνους, κάνει «σκληρές» δηλώσεις και επίκληση αρχών και αξιών χωρίς μέσα εφαρμογής. Η αγανάκτησή της δεν είναι πολιτική στάση, αλλά ένδειξη αδυναμίας.

Ειδικά απέναντι στη Ρωσία, η ΕΕ κινήθηκε με γλώσσα απόλυτης ηθικής καταδίκης και πλήρη αδυναμία συνομιλίας με τη Μόσχα, χωρίς έλεγχο κλιμάκωσης ή καθαρούς στόχους. Νόμιζε ότι λειτουργούσε ως πιστός σύμμαχος των ΗΠΑ. Στην πράξη έδειχνε την πλήρη αδυναμία της και άρα ότι αποτελεί βάρος για τις ΗΠΑ στις νέες συνθήκες.

Η αδύναμη και αυτοκαταστροφική της στάση φάνηκε καθαρά με το Nord Stream. Αποδέχθηκε τη βίαιη ενεργειακή και βιομηχανική της αποσταθεροποίηση από πλευράς ΗΠΑ, πράγμα αδιανόητο για μια δύναμη ικανή να υπερασπιστεί τους όρους αναπαραγωγής της. Αυτοτραυματίστηκε και το βάφτισε «στρατηγική επιλογή». 

Η συζήτηση περί «ευρωπαϊκής απάντησης» στον Τραμπ που αμέσως άνοιξε μετά τη Γροιλανδία είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, παραπλανητική. Η Ευρώπη δεν είναι κράτος. Δεν έχει ενιαίο στρατό, ενιαία διοίκηση, ενιαίο εξοπλιστικό πρόγραμμα, κοινό ορισμό απειλής. Οποιαδήποτε σοβαρή επανεξοπλιστική προσπάθεια, υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν θα γεννήσει «ευρωπαϊκή» δύναμη. Θα γεννήσει ανταγωνιστικές εθνικές στρατηγικές, διαφορετικές προτεραιότητες, συγκρούσεις συμφερόντων, και τελικά περισσότερη διάσπαση. 

Η Γερμανία – ο ντε φάκτο ηγεμόνας της ΕΕ – δεν μπορεί να καλύψει αυτό το κενό. Επιβάλλει δημοσιονομική πειθαρχία και όρια χρέους που καθιστούν αδύνατη κάθε συντονισμένη βιομηχανική απάντηση στην Κίνα. Μπορεί να περιορίσει την ελληνική ή την ιταλική δημόσια δαπάνη, αλλά δεν μπορεί να συγκροτήσει ευρωπαϊκή στρατηγική ισχύος. Η ίδια είναι εξαρτημένη ενεργειακά, εξαγωγικά, χρηματοπιστωτικά, και στρατιωτικά. Αυτό αντανακλάται και στα πρόσωπα που αναδεικνύονται ως πολιτικό «κέντρο» της Ευρώπης. Κυριαρχούν μέτριες γερμανικές προσωπικότητες περιορισμένης βαρύτητας. 


Η Ελλάδα ως ακραία περίπτωση

Η Ελλάδα είναι ο ακραίος αλλά αποκαλυπτικός κρίκος της ευρωπαϊκής αλυσίδας. Οικονομικά αδύναμη, χωρίς νομισματική κυριαρχία, με παραγωγική βάση περιορισμένη και με κράτος που ταλανίζεται από χρόνιες ανεπάρκειες. Πολιτικά παραλυμένη, με ελίτ που έχουν μάθει να λειτουργούν σε καθεστώς εξωτερικών δεσμεύσεων και να τις βαφτίζουν «ρεαλισμό». Γεωπολιτικά, σε πλήρη αμηχανία.

Για δεκαετίες, η πυξίδα της ελληνικής άρχουσας τάξης ήταν απλή: Ευρωπαϊκή Ένωση για την οικονομία και την κοινωνία, Ηνωμένες Πολιτείες για την ασφάλεια απέναντι στην Τουρκία. Αυτή η διάταξη προϋπέθετε δύο πράγματα. Πρώτον, ότι η Ευρώπη λειτουργεί ως σταθερό πλαίσιο οικονομικής αναπαραγωγής και, δεύτερον, ότι οι ΗΠΑ λειτουργούν ως ηγεμόνας που προσφέρει εγγυήσεις σε συμμάχους. Η Γροιλανδία δείχνει ωμά ότι και οι δύο προϋποθέσεις κλονίζονται.

Αν η Ευρώπη δεν μπορεί να αρθρώσει πολιτική αντίδραση όταν αμφισβητείται η κυριαρχία ενός δικού της μέλους, τότε δεν μπορεί να αποτελέσει γεωπολιτικό στήριγμα για κανέναν. Και αν οι ΗΠΑ δηλώνουν – έμπρακτα – ότι οι σύμμαχοι είναι εργαλεία και όχι εταίροι, τότε η ελληνική «ασφάλεια μέσω Ουάσιγκτον» γίνεται ασταθής υπόθεση, εξαρτημένη από συγκυριακές σκοπιμότητες και ανταλλάγματα.

Η Ελλάδα είναι η ακραία περίπτωση που αποκαλύπτει την κενότητα της φράσης «ευρωπαϊκή απάντηση στον Τραμπ». Δεν υπάρχει ενιαίο ευρωπαϊκό υποκείμενο ικανό να διαπραγματευτεί. Υπάρχουν κράτη με διαφορετικά συμφέροντα και διαφορετικούς φόβους, και μια γερμανική ηγεμονία που μπορεί να επιβάλει περιορισμούς αλλά όχι να συγκροτήσει στρατηγική.

Το συμπέρασμα δεν είναι ότι απαιτείται «περισσότερη Ευρώπη», αυτό το κενό σύνθημα που τόση ζημία έχει επιφέρει στις ευρωπαϊκές χώρες διαχρονικά. Το συμπέρασμα είναι ότι η ιεραρχία ισχύος στον κόσμο έχει αλλάξει και η Ευρώπη – και μαζί της η Ελλάδα – βρίσκονται σε θέση δομικής αδυναμίας. 

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η χώρα μας αντιμετωπίζει ένα δυσκολότατο γεωπολιτικό δίλημμα απέναντι σε μια Ευρώπη που δεν μπορεί, και σε μια Αμερική που δεν θέλει με τον παλιό τρόπο. Η Γροιλανδία είναι προειδοποίηση στην πράξη. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, ακραίος εκφραστής μιας στρατηγικής που πλέον έχει ξεπεραστεί από τα πράγματα, δεν μπορεί να δώσει απάντηση. Προς το παρόν, το πολιτικό κενό παραμένει.