Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Η αποσύνθεση του βρετανικού πολιτικού συστήματος


Μια εκλογική αναμέτρηση σε μία μόνο περιφέρεια του Μάντσεστερ δεν θα έπρεπε, κανονικά, να απασχολεί κανέναν πέρα από τους επαγγελματίες της πολιτικής. Κι όμως, η επαναληπτική μάχη στο Γκόρτον και το Ντέντον έχει μετατραπεί σε εθνικό τεστ αντοχής. Όχι επειδή θα κρίνει την κοινοβουλευτική αριθμητική, αλλά επειδή συμπυκνώνει την κρίση πολιτικής εκπροσώπησης που διαπερνά ολόκληρη τη Βρετανία.

Το ουσιώδες γεγονός είναι απλό και αμείλικτο. Το Εργατικό Κόμμα, που οικοδομήθηκε ως πολιτική έκφραση της οργανωμένης εργασίας, δεν μπορεί πλέον να θεωρεί καμία εργατική περιοχή ασφαλή. Διαθέτει μηχανισμό, ενεργά μέλη, ιστορική μνήμη. Εκείνο που δεν διαθέτει είναι σταθερό κοινωνικό μπλοκ. Η ιστορική σχέση του με τη μισθωτή εργασία έχει ατροφήσει.

Οι ψηφοφόροι κινούνται προς πολλές κατευθύνσεις. Προς το Ριφόρμ του Φάρατζ, που υπόσχεται τιμωρία του «γουόκ» κατεστημένου με εθνικιστική ρητορική, αντιμεταναστευτική πολιτική και λαϊκισμό στην οικονομία. Προς τους Πράσινους, που λειτουργούν ως ηθικό καταφύγιο για όσους θέλουν να εμποδίσουν τη δεξιά στροφή χωρίς να εμπιστεύονται πλέον το Εργατικό Κόμμα. Και προς την αποχή, που διογκώνεται αθόρυβα. Το παλιό δίπολο Συντηρητικών–Εργατικών έχει σπάσει.

Καθώς καταρρέει το σύστημα, η εκλογική Αριστερά συρρικνώνεται κυρίως στην ψήφο προς τους Πράσινους. Όχι επειδή έχουν γίνει εργατικό κόμμα, αλλά επειδή εμφανίζονται ως ο μόνος διαθέσιμος εκφραστής μιας προοδευτικής άρνησης, που σταδιακά αποκτά σοβαρότερο λόγο για κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα. Αυτό από μόνο του δείχνει το βάθος του κενού για τα λαϊκά στρώματα που ζουν με χαμηλά εισοδήματα, πληρώνουν δυσβάστακτο στεγαστικό κόστος, περιμένουν στις ουρές του συστήματος υγείας και βλέπουν τις πόλεις να γίνονται αβίωτες.

Ο καταλύτης είναι το μεταναστευτικό. Όχι ως αφηρημένη ηθική σύγκρουση, αλλά ως καθημερινή πίεση σε μισθούς, κατοικία και υπηρεσίες. Σε ένα τμήμα της κοινωνίας της ίδιας περιφέρειας η ρητορική του Ριφόρμ ακούγεται ως κοινή λογική, σε άλλο ως απροκάλυπτη πρόκληση. Το Εργατικό Κόμμα προσπαθεί να μιλήσει και στα δύο. Τελικά δεν πείθει κανέναν και η ασάφεια γίνεται δηλητήριο.

Στην Ελλάδα προβάλλεται η εύκολη εξήγηση ότι όλα είναι προϊόν του Μπρέξιτ, μια προειδοποίηση για το τι θα πάθουμε κι εμείς αν παρεκκλίνουμε από τη «σωστή» γεωπολιτική γραμμή. Είναι εσκεμμένος μύθος. Η αποβιομηχάνιση, η υπερτροφία των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, η στασιμότητα της παραγωγικότητας, η στεγαστική ασφυξία και η διάλυση των τοπικών υποδομών είναι εξελίξεις δεκαετιών. Το Μπρέξιτ αποκάλυψε τις αντιφάσεις. Δεν τις δημιούργησε.

Αυτό που τελειώνει μπροστά μας είναι το θατσερικό πείραμα, το νεοφιλελεύθερο μοντέλο στη βρετανική του μορφή. Απορρύθμιση, ιδιωτικοποίηση, συντριβή της συλλογικής δύναμης της εργασίας, μετατόπιση σε υπηρεσίες και χρηματοπιστωτική επέκταση, συμπλήρωση του μισθού με δάνεια και προσδοκίες ανόδου των ακινήτων. Για χρόνια αυτό έδινε κέρδη και κατανάλωση, κυρίως για ένα λεπτό στρώμα στην κορυφή. Σήμερα δεν προσφέρει ούτε ευημερία ούτε σταθερότητα ούτε εμπιστοσύνη. Η συναίνεση έχει χαθεί. Το μοντέλο τελειώνει επειδή δεν μπορεί πια να αναπαραχθεί πολιτικά.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ιδωθεί ο Τζέρεμι Κόρμπιν. Η άνοδός του έδειξε ότι υπάρχει πραγματική κοινωνική ανάγκη για ρήξη. Όμως ούτε τότε ούτε σήμερα διαμορφώθηκε συνεκτικό, εφαρμόσιμο σχέδιο για την παραγωγή, την εργασία, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και το κράτος. Η ευκαιρία χάθηκε.

Η πρόσφατη πολιτική κίνηση με «Το Δικό σας Κόμμα», μαζί με τους δημόσιους καβγάδες και τις τριβές με τη Ζάρα Σουλτάνα για την ηγεσία ενός κόμματος που στην ουσία δεν υπάρχει, δεν άνοιξε νέο δρόμο. Αντί να δείξει ωριμότητα και κατεύθυνση, ενίσχυσε την εικόνα ενός χώρου που ανακυκλώνει πρόσωπα και διαμάχες. Τη στιγμή που μεγάλα τμήματα της κοινωνίας ζητούν απαντήσεις για το πώς θα ζήσουν, βλέπουν πολιτικούς να αναλώνονται σε αδιέξοδες εσωτερικές ισορροπίες.

Ο Κιρ Στάρμερ είναι ένας μέτριος πολιτικός, φιλόδοξος και ευλύγιστος στις αρχές του, με δικτατορικό έλεγχο του κόμματος από τα δεξιά. Απέκλεισε την αριστερά, καθησύχασε τα ανώτερα στρώματα που κατατρόμαξαν με τον Κόρμπιν, αλλά απέτυχε να ξαναχτίσει δεσμούς με τον λαϊκό κόσμο που πιέζεται. Η ηγεσία του είναι συγκεντρωτική και χωρίς κατεύθυνση. Γι’ αυτό και η αμφισβήτηση βράζει.

Η κατάσταση επιδεινώθηκε δραματικά με την υπόθεση Μάντελσον. Η πιο σκοτεινή φυσιογνωμία των Νέων Εργατικών, άνθρωπος των πιο προνομιούχων ελίτ και δηλωμένος εχθρός κάθε ριζοσπαστισμού, διορίστηκε από τον Στάρμερ πρέσβης στις ΗΠΑ ενώ οι σχέσεις του με τον Έπσταϊν ήταν ήδη γνωστές. Το πλήγμα στην αξιοπιστία ήταν τεράστιο. Η φθορά γιγαντώθηκε.

Στο Γκόρτον και το Ντέντον το εκλογικό μίγμα είναι ασταθές. Παραδοσιακά λαϊκά στρώματα συνυπάρχουν με μεγάλες μουσουλμανικές κοινότητες, με διαφορετικές εμπειρίες και προτεραιότητες. Το Ριφόρμ θα μπορούσε να προχωρήσει, αλλά ο υποψήφιός του, ένας πρώην πανεπιστημιακός με ολοένα και σκληρότερες εθνικιστικές θέσεις, περιορίζει την απήχηση. Οι Πράσινοι αντλούν διαμαρτυρία, αλλά παραμένουν αδύναμοι στον πυρήνα της μισθωτής εργασίας. Το Εργατικό Κόμμα έχει ακόμη τον μηχανισμό και τη συνήθεια της ψήφου. Αυτό ίσως αρκέσει. Αλλά το πρόβλημα θα παραμείνει.

Το πραγματικό ερώτημα μεταφέρεται αμέσως στο εθνικό επίπεδο. Υπάρχει δύναμη που να μπορεί να κλείσει το θατσερικό κεφάλαιο με συγκεκριμένο σχέδιο επανεκβιομηχάνισης, δημόσιων επενδύσεων, ελέγχου του χρηματοπιστωτικού συστήματος και αποκατάστασης της κρατικής ικανότητας παρέμβασης; Οι Συντηρητικοί έχουν βαρύτατα αμαρτήματα διαχείρισης και δεν διαθέτουν πια δυναμισμό. Το Εργατικό Κόμμα του Στάρμερ δεν έχει κατεύθυνση. Το Ριφόρμ μεγαλώνει πάνω στην οργή, όχι στην ικανότητα διακυβέρνησης. Η Αριστερά προς το παρόν δεν αρθρώνει υλικές προτάσεις.

Η Βρετανία μπαίνει σε φάση όπου καμία κυβέρνηση δεν θα απολαμβάνει σταθερότητα, καμία πολιτική δύναμη δεν θα έχει βαθιά εμπιστοσύνη και οι κρίσεις θα διαδέχονται η μία την άλλη. Το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει ρήξη. Είναι ποιος θα την οργανώσει και προς ποια κατεύθυνση.Τα κενά στην πολιτική δεν μένουν κενά για πολύ.