Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Tο οικονομικό αδιέξοδο της κυβέρνησης Μητσοτάκη


Η πρόσφατη τριμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ για την ελληνική οικονομία δεν είναι επικριτική προς την κυβέρνηση. Αντιθέτως, υιοθετεί μια κατά βάση ευνοϊκή αποτίμηση, με ρυθμούς μεγέθυνσης γύρω στο 2%, μείωση της ανεργίας, αύξηση επενδύσεων, δημοσιονομική εξομάλυνση.

Ακριβώς γι’ αυτό έχει σημασία. Διότι ακόμη και αυτή η φιλική ανάγνωση καταγράφει, χωρίς να το επιδιώκει, τα όρια και το αδιέξοδο του οικονομικού υποδείγματος που παγιώθηκε μετά τα μνημόνια και ιδίως κατά την περίοδο Μητσοτάκη.

Η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης δεν συντάσσεται γύρω από τη δημιουργία μεγαλύτερης παραγωγικής ικανότητας, ούτε γύρω από τη μακροπρόθεσμη αύξηση του εθνικού προϊόντος και εισοδήματος. Κυριαρχείται από τη βραχυπρόθεσμη διαχείριση των οικονομικών ροών σε μια αποβιομηχανοποιημένη οικονομία. Και πάντα προς το συμφέρον μιας μικρής ομάδας μεγάλων κεφαλαιούχων και ενός προνομιούχου κοινωνικού στρώματος, σαφώς μειοψηφικού.

Τα βασικά μεγέθη, όπως οι κεφαλαιακές εισροές, τα δημοσιονομικά έσοδα, οι τιμές, το ιδιωτικό χρέος, η ακίνητη περιουσία αντιμετωπίζονται ως μεταβλητές προς εξισορρόπηση. Δεν στοχεύουν καθόλου σε μια στρατηγική παραγωγικού μετασχηματισμού, που έχει απόλυτη ανάγκη η Ελλάδα.

Αυτό αποτυπώνεται καθαρά στη δομή του παραγωγικού τομέα. Η μεταποίηση στην Ελλάδα παραμένει κοντά στο 9%-10% του ΑΕΠ, χαμηλότερα από την Ισπανία και την Πορτογαλία που κινούνται γύρω στο 12%-13%. Στις περισσότερες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας η τάση είναι ανοδική. Η παντελής απουσία βιομηχανικής πολιτικής δεν είναι αστοχία ή καθυστέρηση, αλλά οργανικό στοιχείο του υποδείγματος.

Η συνέπεια είναι ότι η οικονομία μπορεί να κινείται, αλλά δεν αλλάζει. Η δομική αδυναμία της να σταθεί με επάρκεια στο παγκόσμιο γίγνεσθαι παραμένει απαράλλακτη. Η πρόσκαιρη βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου το 2025 οφείλεται κυρίως στη μείωση των εισαγωγών και όχι στην ενίσχυση της εξαγωγικής βάσης. Το ΙΟΒΕ προβλέπει ότι το 2026 το εξωτερικό έλλειμμα θα διευρυνθεί εκ νέου, καθώς οι εισαγωγές αυξάνονται ταχύτερα από τις εξαγωγές. Το μοτίβο αυτό δεν είναι συγκυριακό. Το 2024 το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και κεφαλαίων ανήλθε σε περίπου 15 δισ. ευρώ. Η μικρή μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας, για την οποία η κυβέρνηση μονίμως επαίρεται, συνοδεύεται από αναπαραγωγή της εξάρτησης, όχι από εξωτερική εξισορρόπηση.


Κεφαλαιακές ροές χωρίς παραγωγική ανασυγκρότηση

Στο ίδιο πλαίσιο εγγράφεται και η εικόνα των επενδύσεων. Το ΙΟΒΕ λέει ότι οι πάγιες επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 7,6% το 2025 και αναμένεται να αυξηθούν κατά 8,2% το 2026. Ταυτόχρονα όμως, η συνολική επένδυση το 2025 μειώθηκε κατά 6,2% λόγω βαθιάς απομείωσης των αποθεμάτων των επιχειρήσεων. Η αντίφαση αυτή δείχνει ότι δεν υπάρχει συνεκτικός εγχώριος κύκλος συσσώρευσης. Η επενδυτική δραστηριότητα παραμένει αποσπασματική και εξαρτημένη από δημόσιους και ευρωπαϊκούς πόρους (κυρίως Ταμείο Ανάκαμψης και Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων). Δεν προκύπτει από έναν ιδιωτικό επενδυτικό τομέα που επεκτείνεται στη βάση μιας αναπτυσσόμενης παραγωγικής δομής. Οταν οι ευρωπαϊκοί πόροι εξαντληθούν, το πιθανότερο είναι ότι θα καταρρεύσει τελείως η συνολική επένδυση.

Η πολιτική χρήση των άμεσων ξένων επενδύσεων από την κυβέρνηση εντάσσεται στην ίδια βραχυχρόνια λογική στενών οριζόντων. Το 2024 οι καθαρές εισροές ΑΞΕ ξεπέρασαν τα 6 δισ. ευρώ, ενώ το 2025 ήταν σχεδόν 11 δισ. ευρώ. Το μέγεθος αυτό παρουσιάστηκε ως απόδειξη αναπτυξιακής στροφής. Η σύνθεσή του, όμως, ακυρώνει το επιχείρημα. Σημαντικό μέρος των ΑΞΕ κατευθύνεται σε ακίνητα, τουρισμό και εξαγορές υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων. Το 2024 οι επενδύσεις από «μη κατοίκους Ελλάδας» σε ακίνητα ανήλθαν σε περίπου 2,7 δισ. ευρώ. Πρόκειται για τοποθετήσεις που στοχεύουν στην άντληση προσόδων και δεν αυξάνουν το παραγωγικό δυναμικό.

Ακόμη χειρότερα, το άλμα των ΑΞΕ το 2025 επηρεάστηκε καθοριστικά από μία μόνο εταιρική πράξη μεγάλης κλίμακας, δηλαδή την αναδιάρθρωση της Metlen μέσω ανταλλαγής μετοχών μεταξύ εταιρικής οντότητας στο εξωτερικό και της ελληνικής εταιρείας. Η συναλλαγή άνω των 4 δισ. ευρώ καταγράφηκε ως ΑΞΕ και αντιστοιχεί περίπου στο μισό των καθαρών εισροών ΑΞΕ στο μεγαλύτερο μέρος του 2025.

Το ζήτημα δεν είναι φυσικά η εταιρική κίνηση καθαυτή, αλλά η πολιτική χρήση των στοιχείων από την κυβέρνηση. Χρηματοοικονομικές αναδιατάξεις ιδιοκτησίας παρουσιάζονται ως παραγωγικές τομές, συγχέοντας ροές κεφαλαίου με συσσώρευση παραγωγικής ικανότητας.


Κοινωνική αφαίμαξη

Η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης έχει άμεσες και οδυνηρές κοινωνικές συνέπειες. Παρά τη μείωση της ανεργίας και τις ονομαστικές αυξήσεις μισθών, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών παραμένει ασθενέστατο. Σε πραγματικούς όρους, οι μισθοί στην Ελλάδα δεν έχουν επιστρέψει ούτε στα επίπεδα του 2008. Ο πληθωρισμός των τελευταίων χρόνων, ιδίως σε υπηρεσίες, ενέργεια και στέγαση, έχει απορροφήσει μεγάλο μέρος των μικρών ονομαστικών αυξήσεων. Το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών είναι από τα χαμηλότερα στην Ε.Ε. και σε ορισμένα έτη κινείται κοντά στο μηδέν ή και σε αρνητικό επίπεδο. Μεγάλα τμήματα του πληθυσμού δεν διαθέτουν κανένα απόθεμα για να απορροφήσουν αυξήσεις τιμών ή απρόβλεπτες δαπάνες και αντιμετωπίζουν συνθήκες σχετικής ή απόλυτης φτώχειας.

Η φορολογική διάρθρωση επιτείνει αυτή τη συμπίεση. Περίπου το 29% των φορολογικών εσόδων προέρχεται από τον ΦΠΑ. Σε συνθήκες πληθωρισμού, οι έμμεσοι φόροι λειτουργούν ως αυτόματος μηχανισμός άντλησης κρατικού εισοδήματος από τα χαμηλά και μεσαία στρώματα. Πρόκειται για σιωπηρή, αλλά συστηματική αναδιανομή εις βάρος των μισθωτών και υπέρ της δημοσιονομικής σταθεροποίησης, χωρίς καμία μετατόπιση του βάρους προς τα κέρδη και τον συσσωρευμένο πλούτο. Απεναντίας, η κυβέρνηση Μητσοτάκη φρόντισε μεθοδικά να ελαφρύνει το φορολογικό βάρος στα μερίσματα και σε άλλες μορφές εισοδήματος του προνομιούχου στρώματος.

Ο κεντρικός μηχανισμός συμπίεσης του διαθέσιμου εισοδήματος είναι η στέγη. Περίπου το 29% των νοικοκυριών βρίσκεται σε καθεστώς στεγαστικής υπερεπιβάρυνσης, δαπανώντας πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος για στέγαση, το υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. Τα ενοίκια και οι τιμές κατοικιών αυξάνονται με ρυθμούς 7% έως 9% ετησίως, πολλαπλάσιους της αύξησης των μισθών. Για τα εργατικά και λαϊκά στρώματα, η στέγη λειτουργεί ως μόνιμος, βαρύτατος φόρος επί της εργασίας.

Η πίεση ενισχύεται από τη συνεχή διόγκωση του ιδιωτικού χρέους. Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων στους τραπεζικούς ισολογισμούς ως μεγάλη επιτυχία. Στην πραγματικότητα το πρόβλημα έχει μεταφερθεί εκτός τραπεζών. Στα μέσα του 2025, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων –τα γνωστά «κοράκια»– διαχειρίζονταν περίπου 94 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τo 83% ήταν μη εξυπηρετούμενα. Η αγορά αυτή είναι εξαιρετικά συγκεντρωμένη, με τρεις ομίλους να ελέγχουν σχεδόν το 87%. Η κοινωνική πίεση που σταδιακά δημιουργείται είναι τεράστια και η κατάσταση είναι μη διατηρήσιμη. Είναι πιθανό ένας μεγάλος όγκος χρεών να επιστρέψει στις τράπεζες μέσω κάποιου σχεδίου δημόσιας διαχείρισης.


Μια χώρα χωρίς άμυνες

Σε αυτό το πλαίσιο, η απουσία βιομηχανικής πολιτικής δεν είναι απλώς εσωτερικό πρόβλημα. Η Ελλάδα χάνει το χρονικό παράθυρο ένταξης και προσαρμογής στη μεταβαλλόμενη παγκόσμια οικονομία. Η Ισπανία έχει αυξήσει το μερίδιο της μεταποίησης και των εξαγωγών αγαθών, με τις εξαγωγές να υπερβαίνουν το 37% του ΑΕΠ. Η Πορτογαλία έχει επανατοποθετηθεί σε μεταποιητικούς κλάδους μέσης τεχνολογίας και εμφανίζει μικρότερο εξωτερικό έλλειμμα.

Η Τουρκία, παρά τη μακροοικονομική αστάθεια, διατηρεί μεταποίηση άνω του 20% του ΑΕΠ και χρησιμοποιεί ενεργά το κράτος, την πίστωση και το εμπόριο για να τοποθετηθεί σε διεθνείς αλυσίδες αξίας. Αντιθέτως, η Ελλάδα παραμένει χώρος κατανάλωσης, τουρισμού, ακίνητης περιουσίας και προσόδων.

Τέλος, η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη όχι μόνο δεν βελτιώνει την παραγωγική δομή της χώρας, αλλά μας καθιστά εξαιρετικά ευάλωτους σε μια περίοδο έντονης διεθνούς αστάθειας. Την ώρα που η παγκόσμια οικονομία κλυδωνίζεται, ο χρυσός εκτινάσσεται και η φούσκα της τεχνητής νοημοσύνης δημιουργεί σοβαρές ανησυχίες για νέα χρηματοπιστωτική αποσταθεροποίηση, η Ελλάδα παραμένει χωρίς παραγωγικά στηρίγματα. Χωρίς βιομηχανική βάση, χωρίς εξωτερική ανθεκτικότητα, χωρίς μηχανισμούς αυτοπροστασίας. Πρόκειται για επιλογή που αυξάνει τον κίνδυνο μιας βίαιης προσαρμογής όταν οι διεθνείς συνθήκες επιδεινωθούν.

Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα Συντακτών, 3 Φεβρουαρίου 2026