Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Η αριστερά χρειάζεται έναν προοδευτικό ευρωσκεπτικισμό για να αντιμετωπίσει τα δεινά της ΕΕ

Η απογοήτευση σαρώνει την Ευρώπη και όχι άδικα. Η επίμονη ανεργία, η ανισότητα, η ασθενής ανάπτυξη και μια διάχυτη αίσθηση αδυναμίας είναι μόνο κάποιοι από τους λόγους. Δυστυχώς, από την κατάσταση αυτή φαίνεται να επωφελείται κυρίως η ευρωσκεπτικιστική δεξιά ή ακόμη και η άκρα δεξιά. Η αριστερά αδυνατεί να αξιοποιήσει το κύμα της λαϊκής απογοήτευσης, κυρίως επειδή δεν έχει κάποια προοδευτική ευρωσκεπτικιστική ατζέντα να προσφέρει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η αριστερά δεν έχει ριζοσπαστικές λύσεις να προτείνει για τα δεινά που πλήττουν την Ευρώπη. Απορρίπτει την δημοσιονομική λιτότητα που καταστρέφει την οικονομική δραστηριότητα και το κράτος πρόνοιας και υποστηρίζει πολιτικές για τη μείωση της ανεργίας, κυρίως μεταξύ των νέων. Ευνοεί την αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ανισότητα και προτείνει ελέγχους επί του οικονομικού συστήματος, έναν από τους κύριους υπαίτιους της σημερινής αναταραχής. Τέλος, υποστηρίζει επενδύσεις που στόχο έχουν να δώσουν ώθηση στην παραγωγική ικανότητα και την αποκατάσταση της ισορροπίας στην ευρωπαϊκή οικονομία.

Το πρόβλημα είναι ότι η αριστερά αρνείται να αναγνωρίσει αυτό που είναι όλο και περισσότερο προφανές στους εργαζόμενους όλης της Ευρώπης. Αυτές οι ριζοσπαστικές πολιτικές είναι αδύνατον να πραγματοποιηθούν στα πλαίσια των θεσμών της ΕΕ. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992 διασφάλισε ότι η ΕΕ θα διοικείται από προνομιούχος γραφειοκράτες που θα χαράσσουν πολιτική με βάση τα συμφέροντα μεγάλων επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένης της απορρύθμισης της αγοράς και της προστασίας του κεφαλαίου. Η Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση και το ενιαίο νόμισμα που ξεκίνησε το 1999 έχουν οικοδομήσει ένα άκαμπτο πλαίσιο μόνιμης λιτότητας, καθώς και ελέγχους πάνω στις εθνικές οικονομικές πολιτικές που κατευθύνονται από τις Βρυξέλλες και την Φρανκφούρτη. Η κρίση της ευρωζώνης, μακράν από το να αλλάξει τα πράγματα προς το καλύτερο, έχει στην πραγματικότητα σκληρύνει τους συντηρητικούς μηχανισμούς στην καρδιά της ΕΕ.

Το κοινό νόμισμα έχει κάνει επίσης την ΕΕ πιο ιεραρχική, με έναν μικρό πυρήνα και πολλές περιφέρειες. Στην κορυφή της ιεραρχίας βρίσκεται η Γερμανία, η οποία επί του παρόντος απολαμβάνει μια άνευ προηγουμένου ισχύ που εξαπλώνεται σε ολόκληρη την ήπειρο, εντός και εκτός της ευρωζώνης. Παραδόξως οι Γερμανοί εργάτες δεν έχουν επωφεληθεί από αυτή την εκπληκτική εξέλιξη, αφού τα εισοδήματα τους έχουν παραμείνει παγωμένα ή αυξάνονται πολύ αργά, επιτρέποντας έτσι στις μεγάλες γερμανικές επιχειρήσεις να κυριαρχήσουν στις αγορές. Ο μεγάλος χαμένος είναι η Γαλλία με περιορισμένες προοπτικές ανάπτυξης, μεγάλα ελλείμματα και τεράστιες πιέσεις στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της χώρας. Η μελλοντική θέση της Βρετανίας στη νέα οικονομική και πολιτική ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη μόνο ξεκάθαρη δεν είναι.

Δεδομένου ότι η ΕΕ έχει σκληρύνει τη θέση της, η διαδικασία λήψης των αποφάσεών της έχει γίνει λιγότερο δημοκρατική και ίσως ακόμη και αντιδημοκρατική. Για παράδειγμα στα πλαίσια της αντιμετώπισης της κρίσης της ευρωζώνης η ΕΕ επέβαλε μη εκλεγμένες κυβερνήσεις και στην Ιταλία και στην Ελλάδα, ενώ αρνήθηκε σθεναρά στους Έλληνες το δικαίωμα να διεξάγουν δημοψήφισμα για το αν δέχονται τη «διάσωσή» τους. Η αίσθηση αδυναμίας και απώλειας των δημοκρατικών δικαιωμάτων ανάμεσα στους ψηφοφόρους δικαιολογείται πλήρως. 

Επιπλέον, στη μεταναστευτική πολιτική επικρατεί χάος. Από τη μία, η ελεύθερη κυκλοφορία εργατικού δυναμικού μέσα στην ΕΕ, χωρίς βασικούς θεσμούς που θα στηρίζουν τους εργαζόμενους στις χώρες υποδοχής, δεν επρόκειτο ποτέ να γίνει εύκολα αποδεκτή σε μια ήπειρο που περιλαμβάνει τόσες διαφορετικές γλώσσες και κουλτούρες. Από την άλλη, η πολιτική της «Ευρώπης-φρούριο» προκειμένου να κρατηθούν εκτός Ευρώπης οι μάζες των ανεπιθύμητων από την Αφρική και την Ασία, έχει μετατρέψει τις χώρες του Νότου σε ένα κανονικό πεδίο μάχης, με τους μετανάστες να κρατούνται σε στρατόπεδα κάτω από απελπιστικές συνθήκες.

Αυτό το εκρηκτικό μείγμα οικονομικής αποτυχίας και ευνοιοκρατίας προς τις επιχειρήσεις απειλεί πλέον να ενισχύσει την άκρα δεξιά, καθώς τα φαντάσματα του εθνικισμού και του ρατσισμού έχουν κάνει την επανεμφάνιση τους στην Ευρώπη. Η αριστερά πρέπει να προσπαθήσει να αντιμετωπίσει αυτό το ενδεχόμενο, αλλά όχι ζητώντας την επίταση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης με την ελπίδα ότι έτσι θα δημιουργήσει μια «καλύτερη» Ευρώπη. Οι θεσμικοί μηχανισμοί της ΕΕ έχουν πλέον ξεφύγει πολύ για να μπορούν να αναμορφωθούν. Πρέπει να διαλυθούν και να αντικατασταθούν. Η αριστερά οφείλει δώσει φωνή στην απογοήτευση των εργαζομένων στέλνοντας ένα ξεκάθαρο αντικαπιταλιστικό μήνυμα το οποίο θα συνδυάζει τις ριζοσπαστικές πολιτικές με τον προοδευτικό ευρωσκεπτικισμό. Στο πλαίσιο αυτό δύο βήματα είναι απαραίτητα.

Το πρώτο είναι να γίνει αποδεκτό ότι η ευρωζώνη έχει αποτύχει ανεπανόρθωτα. Η διατήρηση του κοινού νομίσματος, μέσω της άσκησης πολιτικής ισχύος και ενάντια σε κάθε λογική, στην πραγματικότητα στραγγαλίζει την οικονομική ζωή της Ευρώπης. Θα πρέπει καταρχήν να προσφερθεί μια συναινετική επιλογή εξόδου σε κάθε χώρα-μέλος. Η ευρωζώνη στο σύνολό της θα πρέπει να αντικατασταθεί από ένα σύστημα διαχειριζόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών και ελεγχόμενης ροής κεφαλαίων, αποφεύγοντας έτσι την επιστροφή σε καταστροφικές ανταγωνιστικές υποτιμήσεις μεταξύ των εθνών.

Το δεύτερο βήμα είναι να γίνει αντιληπτό ότι ένα μοναδικό ευρωπαϊκό κράτος, είτε ομοσπονδιακό, είτε ενιαίο, δεν είναι ούτε εφικτό, ούτε επιθυμητό. Ο κυριότερος λόγος για αυτό είναι ότι δεν υπάρχει ένας ευρωπαϊκός «δήμος». Ακόμη, η κρίση της ευρωζώνης έχει δείξει ότι οι μηχανισμοί του έθνους-κράτους μπορούν να προσφέρουν κάποια σχετική προστασία ενάντια στη βαριά καταπάτηση των δικαιωμάτων από μεγάλες επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν τους μηχανισμούς της ΕΕ. Η αριστερά οφείλει να τονίσει ότι το μέλλον της Ευρώπης βρίσκεται στην δημοκρατική συνεργασία μεταξύ των λαών της στη βάση της ισότητας.

Οι προσεχείς ευρωεκλογές είναι πιθανό να επιφέρουν ισχυρούς τριγμούς στην ευρωπαϊκή πολιτική ζωή. Εάν η αριστερά λάβει το μήνυμα και αναπτύξει έναν προοδευτικό ευρωσκεπτικισμό, τα πράγματα μπορεί να αρχίσουν να βελτιώνονται στην Ευρώπη.

Πρώτη δημοσίευση: The Guardian στις 07.05.2014
Ευχαριστούμε
για τη μετάφραση τη Θώμη Γάκη και το blog "Κοίτα τον ουρανό"