Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Διαπραγμάτευση και Ανάπτυξη

Για το πολυπόθητο σχέδιο ανάπτυξης

(άρθρο στην Καθημερινή της Κυριακής 17.11.2013)

Τα μνημόνια που υπέγραψε η Ελλάδα περιλαμβάνουν και σχέδιο ανάπτυξης. Η μια του πλευρά είναι η δημοσιονομική σταθεροποίηση, με περικοπές των δημοσίων δαπανών και αύξηση της φορολογίας. Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί μεγάλο πρωτογενές πλεόνασμα, ώστε να αποπληρώνεται το χρέος. Η άλλη είναι οι αναπτυξιακές ‘μεταρρυθμίσεις’, με συντριβή των μισθών, ιδιωτικοποιήσεις και απελευθέρωση των αγορών. Η λογική είναι να μειωθεί το κόστος της εργασίας και να συρρικνωθεί το αναποτελεσματικό κράτος, ώστε να γίνει ο ιδιωτικός τομέας ατμομηχανή της ανάπτυξης.

Ο συνδυασμός αποδείχθηκε καταστροφικός, όπως είχαν προβλέψει όσοι παρακολουθούν το ΔΝΤ στις αναπτυσσόμενες χώρες. Το κυνήγι του πρωτογενούς πλεονάσματος δημιούργησε ύφεση, που στην περίπτωση της χώρας μας αποδείχθηκε πρωτοφανής γιατί η δημοσιονομική προσαρμογή ήταν τεράστια και ταχύτατη. Η ύφεση συνέβαλλε στη κατάρρευση των μισθών μέσω της τεράστιας ανεργίας. Έκανε όμως τις άλλες ‘μεταρρυθμίσεις’ πολύ πιο δύσκολες γιατί δημιούργησε περιβάλλον φτώχειας, ανασφάλειας και απογοήτευσης. Τα συμφέροντα που λυμαίνονται την ιδιωτική οικονομία ισχυροποίησαν τη θέση τους, ενώ ο κατεξευτελισμένος δημόσιος τομέας φρόντισε μόνο να αμυνθεί. 
  
Στη σημερινές συνθήκες καταστροφής υπάρχουν δύο πιθανές πηγές ανάπτυξης. Πρώτον, μια εξαγωγική έκρηξη που θα συμπαρασύρει ολόκληρη την οικονομία. Δυστυχώς η πιθανότητα είναι αμελητέα γιατί ο ελληνικός εξαγωγικός τομέας είναι μικρός, η ζήτηση εντός της ΕΕ πάσχει λόγω ύφεσης και το ισχυρό ευρώ περιορίζει τις εξαγωγές εκτός ΕΕ. Δεύτερον, ένα μεγάλο επενδυτικό κύμα που θα αναζωογονήσει τον παραγωγικό ιστό. Και αυτή η πιθανότητα είναι εξαιρετικά μικρή. Οι εγχώριες επενδύσεις δύσκολα θα ανακάμψουν δυναμικά, αφού τα επιτόκια δανεισμού παραμένουν πολύ υψηλά εντός ΟΝΕ. Οι ξένες επενδύσεις δεν έλκονται μόνο από τους χαμηλούς μισθούς, αλλά απαιτούν ισχυρή εγχώρια αγορά και υποδομές. Τέλος, οι δημόσιες επενδύσεις έχουν συντριβεί λόγω της αυτοκτονικής επιδίωξης πρωτογενούς πλεονάσματος.

Σε άλλες χώρες που πήραν το «φάρμακο» του ΔΝΤ η σωτηρία συνήθως ερχόταν από την υποτίμηση του νομίσματος που έφερνε την ανάκαμψη. Μπορούσαν έτσι σταδιακά να απαλλαγούν από τη στοργική φροντίδα των συναδέλφων του κ. Τόμσεν. Δυστυχώς στην περίπτωση της Ελλάδας αυτό είναι αδύνατον λόγω ΟΝΕ. Τα πράγματα δεν θα αλλάξουν ουσιαστικά ούτε μετά το τυπικό τέλος των μνημονίων, αφού η βασική αναπτυξιακή λογική τους είναι πλέον αυστηρά εγγεγραμμένη στο θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ και της ΟΝΕ. Συνεπώς η εκτίμηση του ΔΝΤ ότι ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης θα είναι περίπου 2,5% μέχρι το 2020 και μετά θα πέσει, δε στερείται λογικής. Αν όντως έτσι βαδίσουμε, η χώρα είναι καταδικασμένη.

Υπάρχει εναλλακτική πορεία; Βεβαίως υπάρχει, αρκεί να ξεκινήσει κανείς από την παραδοχή ότι το σημερινό σχέδιο είναι παντελώς αποτυχημένο. Βραχυπρόθεσμα θα πρέπει να απαλλαγεί η Ελλάδα από την ασφυκτικά περιοριστική δημοσιονομική πολιτική που γεννάει ύφεση. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να μειωθεί γενναία το χρέος, απελευθερώνοντας παράλληλα πόρους για ανάπτυξη. Θα πρέπει επίσης να αλλάξει η νομισματική και πιστωτική πολιτική, ώστε να ευνοηθεί ο παραγωγικός τομέας. Το μίγμα πολιτικής που χρειάζεται η χώρα πρέπει να έχει κύριο στόχο τη μείωση της ανεργίας και άρα την τόνωση της ζήτησης και της παραγωγής. Άμεσο βήμα πρέπει είναι η προστασία της εργασίας με επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων, αύξηση του ελάχιστου μισθού και δημόσια προγράμματα για την απορρόφηση των ανέργων.

Στη βάση αυτή μπορεί να διαμορφωθεί μεσοπρόθεσμο αναπτυξιακό σχέδιο, μακριά από το ανούσιο δίπολο ‘κράτος κακό – αγορά καλή’. Ο ελληνικός ιδιωτικός τομέας χρειάζεται εκ βάθρων αλλαγή, με απάλειψη των μονοπωλιακών καταστάσεων και δραστικό περιορισμό της ισχύος του μεγάλου κεφαλαίου. Οι ιδιωτικές τράπεζες έχουν αποτύχει και επιζούν μόνο χάρη στον υπέρογκο δανεισμό του ελληνικού λαού, ενώ κρατούν τις πιστώσεις περιορισμένες και σημειώνουν υψηλή κερδοφορία. Παράλληλα ο δημόσιος τομέας χρειάζεται πραγματική αναδιάρθρωση και όχι τη σημερινή οπισθοδρόμηση. Χωρίς αποτελεσματικό κράτος με συστηματικό πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, δεν υπάρχει δυναμική ανάπτυξη.

Αν υπάρξουν τέτοιες αλλαγές, η Ελλάδα μπορεί να μπει σε ενάρετη αναπτυξιακή πορεία, προκρίνοντας τις διεθνώς ‘εμπορεύσιμες’ δραστηριότητες και μειώνοντας τις ‘μη εμπορεύσιμες’, ώστε να βελτιώσει τη θέση της στην παγκόσμια οικονομία. Έπεται ότι θα πρέπει να πάψει να ρίχνει το βάρος στον τομέα των υπηρεσιών που δεν ευνοούν ούτε την παραγωγικότητα, ούτε την ανταγωνιστικότητα. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η λύση είναι ο πρωτογενής τομέας, αν και η γεωργία χρειάζεται ενίσχυση. 

Η ανάπτυξη θα πατήσει απαρέγκλιτα στο δευτερογενή τομέα γιατί χωρίς βιομηχανική παραγωγή δεν έχουμε μέλλον. Το σχέδιο ανάπτυξης θα πρέπει να έχει όραμα και να εστιάζει σε δευτερογενείς δραστηριότητες με προοπτική. Γιατί να μη δοθεί, για παράδειγμα, έμφαση στον τομέα των νέων τεχνολογιών; Η Ελλάδα έχει άριστο εργατικό δυναμικό, εκπαιδευμένο και στο εξωτερικό με οικογενειακές θυσίες, ενώ ήδη διαθέτει σημαντική υποδομή. Τι μας χρειάζεται το αναπτυξιακό σχέδιο, αν δεν είναι φιλόδοξο;

Αβίαστα προκύπτει το συμπέρασμα ότι η ανάπτυξη δεν θα έρθει χωρίς βαθιά κοινωνική και πολιτική αλλαγή, ούτε όσο η χώρα αποδέχεται το άτεγκτο πλαίσιο ΕΕ και ΟΝΕ. Όσοι παρακολουθούν τα πράγματα με ψύχραιμο μάτι καταλαβαίνουν ότι η σημερινή κατάσταση δε μπορεί να συνεχιστεί για πολύ. Πλησιάζει το σημείο μηδέν που θα φέρει άλλη πορεία. 




Καβγάς χωρίς στόχο και στρατηγική  

(άρθρο στην Κυριακάτικη  Ελευθεροτυπία 17.11.2013)

Τι ακριβώς διαπραγματεύεται η κυβέρνηση με την τρόικα; Η Ελλάδα έχει ειλημμένη υποχρέωση να δημιουργήσει πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 1,5% του ΑΕΠ το 2014, καθ’ οδόν προς το τεράστιο πλεόνασμα του 4,5% το 2016. Έχει επίσης υπογράψει μέτρα για το ασφαλιστικό, τους δημόσιους υπάλληλους, κλπ., που δεν έχουν ακόμη εκτελεστεί. Για να επιτευχθεί ο στόχος του 1,5% η κυβέρνηση θα πρέπει να εφαρμόσει όσα έχει ήδη δεχθεί, αλλά και να προτείνει νέα μέτρα για το 2014. Που ακριβώς βρίσκεται η ανελαστικότητα και ο δογματισμός της τρόικας, για τον οποίο τόσοι όψιμοι πολέμιοι των μνημονίων ωρύονται στα ΜΜΕ;

Μήπως στο ότι δε δέχεται την εκτίμηση του κ. Στουρνάρα ότι μας λείπουν ‘μόνο’ 500εκ για του χρόνου, ενώ η ίδια εκτιμά ότι το ποσό θα κυμανθεί ίσως και πάνω από 2δις; Θα μου πείτε, μα έχει πέσει τόσο έξω στις προβλέψεις της μέχρι τώρα, γιατί να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας αυτή την εκτίμηση. Για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί απέναντι της έχει τον κ. Στουρνάρα που, αν θυμάστε, στην αρχή του 2013 ήταν 100% σίγουρος ότι το Σεπτέμβριο θα είχαμε μπει στην ανάκαμψη. Ας μην παριστάνουν λοιπόν διάφοροι – ιδίως οι ερευνητές των τραπεζών – τους εγκυρότερους γνώστες της ελληνικής οικονομίας. Δεύτερον και πολύ σημαντικότερο, γιατί η τρόικα πρέπει εγκρίνει την επόμενη δόση που οπωσδήποτε θα χρειαστεί η κυβέρνηση. Αυτός που έχει το πορτοφόλι, έχει βαρύνουσα γνώμη …

Εν ολίγοις, αφού η Ελλάδα παραμένει σε καθεστώς που καθορίζεται από τα μνημόνια, η τρόικα τελικά θα υπερισχύσει, όσο κι αν τα προσωρινά ταμειακά διαθέσιμα που δημιούργησε η αυτοκτονική λιτότητα επιτρέπουν στην κυβέρνηση να εμφανίζεται περίπου ως μαχητής του Ρούπελ. Μάταιοι θα αποδειχθούν οι κόποι του καλού κ. Σταϊκούρα που μήνα με το μήνα ανεβάζει το πρωτογενές πλεόνασμα για να πείσει την τρόικα ότι η Ελλάδα αποτελεί πλέον φαινόμενο δημοσιονομικής διαχείρισης. Ήδη εμφανίστηκαν πιέσεις από τις τράπεζες και άλλους παράγοντες για να πάψει η κωμωδία, να επέλθει μια γρήγορη συμφωνία και να εγκριθεί ο προϋπολογισμός για το 2014.    

Η κυβέρνηση επέλεξε να ξεκινήσει έναν καβγά χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο με την τρόικα γιατί τη στιγμή αυτή της βρίσκονται διαθέσιμα στα ταμεία, αλλά κυρίως γιατί τρέμει ακόμη και στην ιδέα νέων μέτρων. Το μέλλον της Ελλάδας δεν θα κριθεί από το αν τα μέτρα για το 2014 είναι αξίας 500εκ, 1δις, η και 2δις. Όσο κι αν είναι το ύψος τους τελικά, η χώρα θα παραμείνει στο ίδιο καταστροφικό πλαίσιο οικονομικής πολιτικής, χωρίς ίχνος δικιάς της στρατηγικής. Ο καβγάς θα είχε περιεχόμενο μόνο αν η κυβέρνηση δήλωνε καθαρά ότι έχει δικό της σχέδιο για τη λιτότητα, το χρέος και την ανάπτυξη. Η στρατηγική όμως έχει χαραχτεί από την τρόικα που, αφού έχει και τα λεφτά, στο τέλος θα υπερισχύσει. Η κυβέρνηση το γνωρίζει, αλλά επιχειρεί να αποκομίσει κάποια πολιτικά οφέλη, ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει αυτό που έρχεται.    

Για μια ακόμη φορά, η ελληνική ελίτ εντυπωσιάζει με το μίγμα κυνισμού, θρασύτητας και φόβου που τη χαρακτηρίζει. Η βαθύτατη κρίση που ξέσπασε το 2010 συντάραξε τα κυρίαρχα στρώματα. Σταδιακά όμως ανέκτησαν το βηματισμό τους και φρόντισαν να προσεταιριστούν τον ξένο παράγοντα με τη γνωστή στάση δουλικότητας και διπροσωπίας. Για να λυθεί, υποτίθεται, η κρίση, υιοθετήθηκαν αλλαγές με τεράστιο κόστος για τη μισθωτή εργασία και τους μικρομεσαίους, οι οποίες ελάχιστα άγγιξαν τα ανώτατα στρώματα. Βαφτίστηκαν ‘μεταρρυθμίσεις’, ενώ στην πράξη πρόκειται για τα κυνικότερα μέτρα προώθησης ταξικών συμφερόντων που έχει γνωρίσει η Ελλάδα από τον εμφύλιο και μετά. Η ελληνική ελίτ επιχειρεί μια συντηρητική αναδιάρθρωση που, αν επικρατήσει, θα δημιουργήσει συνθήκες κοινωνικής ασφυξίας και εθνικής υποχώρησης για πολλά χρόνια.

Τα πράγματα βρίσκονται σήμερα σε οριακό σημείο γιατί οι ‘μεταρρυθμίσεις’ έχουν προκαλέσει κοινωνικό όλεθρο, οι προοπτικές ανάπτυξης είναι κάκιστες και ο ξένος παράγοντας απαιτεί την εκτέλεση των συμφωνηθέντων. Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι περαιτέρω λιτότητα ίσως αποδειχθεί καταστροφική, κοινωνικά και πολιτικά, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια τη συντηρητική αναδιάρθρωση. Αναγκάζεται έτσι να καταφύγει στο πυροτέχνημα του καβγά με την τρόικα, χωρίς να έχει ανεξάρτητο εθνικό σχέδιο για να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Ο χαμένος δεν θα είναι η τρόικα.