Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

Θα αποκτήσει η Ελλάδα δική της οικονομική πολιτική;

Η επίσκεψη της Τρόικα σήμανε το τέλος της θεωρίας του ελληνικού θαύματος που τόσον καιρό προωθούσε η κυβέρνηση Σαμαρά. Η Τρόικα δήλωσε ότι η δημοσιονομική πορεία της χώρας είναι ‘αβέβαιη’ γιατί η οικονομία δεν φαίνεται να έχει την ικανότητα να αποδώσει τους προσδοκώμενους φόρους, αλλά ούτε και οι φοροσυλλεκτικοί μηχανισμοί να τους συγκεντρώσουν. Αν η Ελλάδα παρουσιάσει σημαντικό δημοσιονομικό κενό το 2013-14, θα χρειαστεί και άλλο δάνειο, κι άλλο Μνημόνιο.

Η ανακοίνωση του Υπουργείου Οικονομικών στις 10 Ιουλίου για τη εκτέλεση του προϋπολογισμού επιβεβαιώνει αυτήν την εκτίμηση. Τα φορολογικά έσοδα είναι σαφώς κάτω του στόχου, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ, του φόρου εισοδήματος και του φόρου ακίνητης περιουσίας. Η μεγαλύτερη τρύπα στα έσοδα όμως προέκυψε γιατί οι μέτοχοι των τραπεζών δεν κατέβαλαν το 10% της ανακεφαλαιοποίησης, όπως όφειλαν, παρά το γεγονός ότι ο ελληνικός λαός έχει αφειδώς χρηματοδοτήσει τις τράπεζες. Παρ’ όλα αυτά, το πρωτογενές έλλειμμα υποχώρησε πολύ, καθώς η κυβέρνηση έχει μειώσει δραστικά τις δαπάνες και δεν επιστρέφει τους φόρους. Πόσο μπορεί να κρατήσει αυτή η τακτική όμως, όταν τα έσοδα υποχωρούν; Για να πετύχουμε το δημοσιονομικό πλεόνασμα που προβλέπει το Μνημόνιο, θα πρέπει να συντριβούν κι άλλο οι δαπάνες και να μπουν κι άλλοι φόροι.


Η εξουθένωση της φοροδοτικής ικανότητας οφείλεται φυσικά στην ύφεση, που με τη σειρά της έχει γίνει πολύ χειρότερη λόγω της λιτότητας για να επιτευχθεί πλεόνασμα. Τα τελευταία στοιχεία της ΕλΣτατ για τη βιομηχανική παραγωγή δείχνουν ότι η συρρίκνωση συνεχίζεται ακάθεκτη, με τον γενικό δείκτη να υποχωρεί κατά 4.6% τον Μάιο. Το ΙΟΒΕ, από την άλλη, που ήταν ανέκαθεν υποστηρικτής του προγράμματος ‘διάσωσης’, αναθεώρησε επί τα χείρω τις προβλέψεις του για το 2013 και περιμένει ύφεση 5% και ανεργία σχεδόν 28%.

Όταν η οικονομία συρρικνώνεται με τέτοιους ρυθμούς και το παραγωγικό δυναμικό έχει τέτοια ποσοστά ανεργίας, είναι καταστροφικό λάθος να ακολουθείται πολιτική σκληρής λιτότητας, με συντριβή των δαπανών και υπερβολική φορολογία. Η Ελλάδα καταστρέφει μαζικά τους παραγωγικούς της πόρους – κυρίως τους ανθρώπους της – και οι κυβερνώντες μας το παρουσιάζουν ως ‘εξυγίανση’. Η κατάσταση πλησιάζει τα όρια της παράκρουσης.

Το ίδιο παράλογη είναι και η φλυαρία περί ‘μεταρρυθμίσεων’, ειδικά στο χώρο του δημοσίου. Οι ‘μεταρρυθμίσεις’ μεταφράζονται σε συντριβή των μισθών, κατάλυση των συλλογικών συμβάσεων και μαζικές απολύσεις. Η ιδέα ότι η απόλυση 25000 δημοσίων υπαλλήλων με βίαιο τρόπο θα είναι πρός όφελος των 1300000 ήδη ανέργων, ή θα επιφέρει κάποιο είδος δικαιοσύνης, είναι άμυαλος αγριανθρωπισμός. Στην πράξη θα επιταχύνει τη διάλυση του δημοσίου τομέα και του δημοσίου χώρου, ενώ θα χειροτερέψει κι άλλο τη συνολική ζήτηση. Έχει χαθεί τελείως η λογική στους κύκλους που λαμβάνουν αποφάσεις;

Για να μην αναφέρουμε καν την ανεκδιήγητη ιδεολογική προπαγάνδα κατά του δημοσίου και (δήθεν) υπέρ του ιδιωτικού τομέα. Στην πραγματικότητα, όταν το δημόσιο δεν επενδύει σε υποδομές και αλλού, ιδίως σε περιόδους ύφεσης, κάνει ακόμη πιο δύσκολη την επιβίωση του ιδιωτικού τομέα. Εκτός τόπου και χρόνου είναι επίσης και τα περί απάλειψης της διαφθοράς. Όταν η πίεση για αλλαγές έρχεται από το εξωτερικό, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα, τα μεγάλα εγχώρια συμφέροντα απλώς την αξιοποιούν προς όφελος τους. Οι κρατικοί μηχανισμοί θα γίνουν χειρότεροι και όχι καλύτεροι μέσα στα Μνημόνια. Για του λόγου το αληθές, η τελευταία έκθεση της Διεθνούς Διαφάνειας για την Ελλάδα αναφέρει ότι η διαφθορά επιδεινώθηκε την τελευταία διετία.

Από το μνημονιακό στρατόπεδο ακούγονται συχνά βαθυστόχαστες εκτιμήσεις για την ανάγκη εθνικού οικονομικού σχεδίου. Πολύ σωστά. Μόνο που τα Μνημόνια έχουν άκαμπτη λογική: αυστηρή λιτότητα για να επιτευχθεί πλεόνασμα και να αποπληρώνεται κανονικά το χρέος, καθώς και ‘μεταρρυθμίσεις’ για να ξεκινήσει (υποτίθεται) η ανάπτυξη. Το μόνο εφικτό εθνικό σχέδιο στο πλαίσιο αυτό είναι να διαλέξουμε πως θα εφαρμόσουμε τις μνημονιακές πρόνοιες. Δηλαδή πως θα αυτοκτονήσουμε εθνικά.

Η Ελλάδα όντως χρειάζεται ανεξάρτητη εθνική οικονομική πολιτική. Πρέπει να σταματήσει να επικεντρώνει τις προσπάθειες της στην εξυπηρέτηση του χρέους, να πάψει να τρώει τις σάρκες της για να πετύχει γρήγορα δημοσιονομικό πλεόνασμα. Επιβάλλεται επίσης να κάνει μεταρρυθμίσεις, όχι όμως εις βάρος του κόσμου της εργασίας, αλλά περιορίζοντας το μεγάλο κεφάλαιο και μπαίνοντας πραγματικά σε διαδικασία ανάκαμψης. Όλα αυτά σημαίνουν σύγκρουση με την ΕΕ και την ΟΝΕ. Αν η παρούσα κυβέρνηση δε μπορεί να το κάνει, χρειαζόμαστε άλλη επειγόντως.


Πρώτη δημοσίευση: Ελευθεροτυπία, 14 Ιουλίου 2013